Scholia in Euripidem (scholia vetera)
Scholia in Euripidem
Scholia in Euripidem. Schwartz, Eduard, editor. Berlin: G. Reimer, 1887.
τὴν εὐσχημοσύνην φρονοῦσα: — Mi
† οὐκ ἔσθ’ ὁποίῳ φαρμάκῳ: οὐκ ἔστι, φάρμακον δηλονότι, ὁποίῳ φθαρῆναι ἐδόκουν. οὐκ ἦν ἰσχυρὸν δέλεαρ, ὅπερ ἔμελλε μεταβάλλειν τὴν σωφροσύνην: — B
τὸ ἐναντίον: — Mg
ἐπεί μ’ ἔρως ἔτρωσεν: τὸ λοιπὸν καταστατικώτερον αὐτὴν
τὴν διοίκησιν τῆς νόσου διηγεῖται. ἠρξάμην μὲν οὖν. φησὶν, ἐκ τοῦδε. σιγᾶν, ἵνα διὰ τῆς ἡσυχίας λήθη μοι γένηται: — B