Ancoratus

Epiphanius

Epiphanius. Epiphanius, Volume 1. Holl, Karl, editor. Leipzig: Hinrichs, 1915.

καὶ δοκοῦντες εἰς τὸν πατέρα εὐσεβεῖν τελείως ἀσεβοῦσιν. ἐν θεῶ γὰρ οὐ χρόνος οὐ καιρὸς οὐ στιγμὴ χρόνου οὐκ ἄτομον ὥρας οὐ ῥιπὴ ὀφθαλμοῦ οὐ διανοίας μετέωρον ἐνδέχεται, ἀλλ’ ὅσον δἂν ἀναβῇ

σου ἡ διάνοια υἱὸν κατα- [*](1 Hagg. 2, 5 — 2f vgl. Mark. 1, 12 Matth. 4, 1 — 4 Luk. 4, 18 — 5 allenthalben — 6 vgl. Hebr. 1, 1 6 —7 Arnos 4, 13, vgl. Resch, Agrapha 2 S. 208 9 f Arnos 4, 13 — 12 Arnos 4, 13 — 15 Exod. 3, 14 — 16 Joh. 1, 18 — 17 vgl. Joh. 1, 2—20 ff vgl. Panarion h. 69, 71, 4 (auch Ancoratus 71 L J arm.) [*](6 <καί> * 11 f τοῖς ἀνθρώπο|ς — τοῖς ἀνθρώπο|ς am Rand von erster nachgetragen J 11 κτίζων + <φησί> ?* 12 ἀλλ᾿< 12f γεννηθέντα ἐξ γεννητὸν ἐξ αὐτοῦ L J den tvahrhaft Erzeugten von dem Wahrhaftigen arm. 13 τὸν ἄτρεπτον] den Unverweslichen arm. 14 <Μωυσέως καὶ> * 17 υἱός*] υἱὸς . . . πατὴρ L J ann. 19 υἱὸς | J | <ὢν> * | πατὴρ hinter υἱόν 20 πατήρ 2 < arm. 21 ὁ] * 22 ἄρα αὐτὸς — πατρός] war der Vater leicht u. der Sohn selbst der Vater eines andern arm. | καὶ | J 23 αὐτὸν] τὸν J (gemeint ist der Vater) 26 f καταλαμβάνε|ν καὶ π|στεύε|ν <)

12
λαμβάνειν καὶ πιστεύειν, νοεῖ ἅμα καὶ πατέρα. τὸ γὰρ ὄνομα * ἐστὶ σημαντικόν. γὰρ υἱὸν καλέσῃς, υἱὸν λέγων νοεῖς πατέρα· ἀπὸ γὰρ υἱοῦ πατὴρ πατὴρ νοεῖται, καὶ ὅταν καλέσῃς πατέρα, σημαίνεις υἱόν· πατὴρ γὰρ πάντως υἱοῦ καλεῖταί.

6. Πότε οὐν δύνασαι τολμᾶν καὶ λέγειν ὅτι οὐκ ἠν πατὴρ ὁ πατήρ, ἴνα καὶ υἱὸν τολμήσῃς εἰπεῖν μὴ εἶναι <υἱόν> εἰ δὲ οὐ ἀξίαν προσθεῖναι πατρί τὸ γὰρ θεῖον ἐν ταὐτότητι ὑπάρχει καὶ οὐκ ἐπιδέεται προσθήκης, οὐ δόξης οὐ προκοπῆς) , μάθε μὴ βλασφημεῖν«, ὠ ὁ πολεμῶν τὴν πίστιν, μᾶλλον δὲ σεαυτὸν ἀπὸ πίστεως διώκων, ἀλλ’ ἀεὶ πίστευε πατέρα ἀίδιον ἀληθῶς γεννήσαντα υἱόν,

τὸν ἀεὶ ὄντως ὄντα πρὸς τὸν ὄντως ὄντα πατέρα.