Eumenides
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- μηδ᾽ εἰς[*](εἰς Pauw: ἐς codd.) ἄγκρισιν ἐλθεῖν—
- Ζεὺς δ᾽ αἱμοσταγὲς[*](δ᾽ αἱμοσταγὲς Linwood: γὰρ αἱματοσταγὲς M) ἀξ-
- ιόμισον ἔθνος τόδε λέσχας
- ἇς ἀπηξιώσατο—
- μάλα γὰρ οὖν ἁλομένα
- ἀνέκαθεν[*](ἀνέκαθεν Pearson: ἄγκαθεν codd.) βαρυπεσῆ
- καταφέρω ποδὸς ἀκμάν,
- σφαλερὰ τανυδρόμοις <ὅμως[*](ὅμως add. Weil)>
- κῶλα, δύσφορον μάταν.[*](vv. 368-72 in codd. post 376 scriptos huc transtulit Heath)[*](μάταν Weil: ἄταν codd.)
- δόξαι τ᾽ ἀνδρῶν καὶ μάλ᾽ ὑπ᾽ αἰθέρι σεμναὶ
- τακόμεναι κατὰ γᾶν μινύθουσιν ἄτιμοι
- ἁμετέραις ἐφόδοις μελανείμοσιν, ὀρχησ-
- μοῖς τ᾽ ἐπιφθόνοις[*](ἐπιφθόνοις Heath: ἐπιφόνοις codd.) ποδός.