Suidae lexicon
Suda
Suda, Suidae lexicon, Adler, Teubner, 1935
1663 Κίρκον: ἱέρακα, ἢ οὐράν, ἢ κωπηλάτην. κίρκον τ᾿ εὐόλπαν [*](Anth.) φιλοκαμπέα. ἐν Επιγράμμαϲι. Νικηφόρου πατριάρχου· λύϲιϲ ὀνείρου on κίρκουϲ καταϲχών, οὖ θέλειϲ πάντωϲ τύχοιϲ. καὶ ἄλλο· χειρὸϲ πεταϲθεὶϲ κίρκοϲ ἄρχουϲι βλάβη.
1664 Κιρνῶ· δοτικῇ.
1665 Κιρρόν: πυρρόν. καὶ ὁ κιρρὸϲ οἶνοϲ πέττει ῥᾷον, ξηραντικὸϲ ὤν.
1666 Κίρροϲ: ὄνομα κύριον.
[*](1650 κιθάρα ═ P, Ba 278, 14, H 1651 cf. Ambr. 877 1652 ═ P, Ba 278,15; οἰκτρά ═ Ap. S. 99, 28; θρηνητική ═ L, sch. P 5, Et. M. 514, 19 1653 sch. Ar. Eq. 11 1354 καί sq. Anth. 7, 210, 5—6 1655 ═ Ambr. 904 1656 ═ Ambr. 926 1657 ═ Ambr. 966 1658 aliter. Ambr. 907 1659 — πόλει Harp. ═ P; Aeschin. 3, 107 Κιρραῖοϲ cf. Ambr. 910 1660 ἰχθὺϲ ποιόϲ ═ H v. κιρρά cf. Et. M. 515, 14, Ambr. 853 1661 cf. Et. M. 515, 9; πέδιον ═ Ambr. 957 1662 cf. Seleuc. ap. Et. Gud. (Reitzenstein Gesch. 163, 3) ex quo An. Ox. 1, 254, 18, Et. M. 515, 7 1663 — κωπηλατήν ═ P, Ba 278, 17 cf. H, sch 757 κίρκον—φιλοκαμπέα Anth. 6, 294, 3 κίρκουϲ sq. Astramps. 1664 ═ Synt. Laur., aliter Synt. Gud. 1665 — πυρρόν ═ Ba 278, 16, P, H καὶ sq. cf. Ath 1, 32 d 1666 ═ Ambr. 867 cf. Et. M. 475, 25)[*](1649 ex v. A 3207 cf. v. K 387 1662 cf. v. παιπαλῶδειϲ 1663 Astramps cf. v. I 155)[*](ArF(GVM))[*](8 καί—9 πυρόϲ om. F 10 ποταμοῦ] τόπου F 1656—7 inverso ord. FV 12 Κιόρανον FV 17 ποταμοῦ] τόπου F 20 κρέκω] κέρκω A παιπα λώϲειϲ FVM: παιπαλώϲαϲ A(G) παιπαλώδειϲ s. v. Et. An. Ox. 21 κίρκον 25 δοτικῇ om. F 22 Νικηφόρου πατριάρχου om. A Νικηφόροϲ V cp. GM λύϲιϲ ὀνείρου om. G 23 τύχῃϲ GVM καὶ ἄλλο om. G κίρκοϲ] ἱέραξ ss. V 26, 27 ξαντικὸϲ V)1667 Κίϲ: ὄνομα κύριον, ὁ πατὴρ τοῦ Σαούλ, τοῦ πρώτου βαϲιλέωϲ [*](Δ) Ἑβραίων.
1668 Κίϲ, κιόϲ: ὁ ϲκώληξ.
[*](Δ)1669 Κιϲϲηὶϲ: ἡ τοῦ Κιϲϲέωϲ θυγάτηρ.
[*](Δ)1670 Κίϲϲηριϲ. αὐχμηρὸν πόντου τρηματόεντα λίθον. καὶ αὖθιϲ· [*](Δ) τρηχαλέην τε λίθον, δονάκων εὐθηγέα κόϲμον.
[*](Anth.)1671 Κιϲϲηροειδέϲ.
[*](Δ)1672 Κιϲϲηφερήϲ.
[*](Δ)1673 Κιϲϲία: χώρα.
[*](Δ)1674 Κιϲϲιβίϲ.
[*](Δ)1675 Κίϲϲιριϲ: εἶδοϲ ὀρνέου.
[*](Δ)1676 Κιϲθήνη: ὄροϲ τῆϲ Θράκηϲ.
[*](Harp.)1677 Κιϲϲῶ: τὸ μεθ᾿ ἡδονῆϲ ϲυλλαμβάνω. Δαβίδ· ἰδοὺ γὰρ ἐν [*](Δ) ἀνομίαιϲ ϲυνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαιϲ ἐκίϲϲηϲέ με ἡ μήτηρ μου.
1678 Κίϲτη: ἡ θήκη. καὶ κίϲτην πολύωπα μελανδόκον. ἐν Ἐπιγράμμϲι. [*](Δ Anth.) καὶ πληθυντικὸν κίϲται.
[*](Δ)1679 κίϲτη καὶ Κίϲτιϲ: ἀγγεῖον, ἐν ᾧ τὰ βρώματα κεῖται ἢ ἱμάτιά [*](Σ) τινα. τὸ τ ἀντὶ τοῦ θ· κίϲθη γάρ. οἱ δὲ τετραγώνουϲ κίϲταϲ ἐτεκτήναντο πρὸϲ ἀνδρῶν ὑποδοχήν.
1680 Κίϲτιϲ, τῇ κίϲτει. Κιϲτὶϲ δὲ ὀξυτόνωϲ, κιϲτίδοϲ, παρὰ [*](Δ) Ἀριϲτοφάει.
1681 Κιϲτοφόροϲ: ἔοικε δὲ τὰϲ κίϲταϲ ἱερὰϲ εἶναι Διονύϲου καὶ [*](Harp.) ταῖν Θεαῖν.