Historia ecclesiastica (fragmenta ap. Photium)

Philostorgius

Philostorgius. Kirchengeschichte. Bidez, Josef, editor. Leipzig: Hinrich, 1913.

6. Ὅρι Θεοδόσιος ὁ βασιλεύς, εὑρών τινας τῶν ἐν τῷ κοιτῶνι

[*](2 s. ob. IV 12 — 3—9 ε vgl. Socrat. V 23. ’ VII 17, 9 tf. Haer. Fab. IV 4. Ambros. De fide 1 6 — 13—16 ε vgl. Sozomen. VI 26, 2. Socrat. 24,6, Theodoret Haer. Fab. IV 3. Mansi ΙΙΙ 564 C. Epiphan. Haeres. 76 PG 42, 637 BC — 15 Röm. e 6, 3 — 17—20 ε vgl. Socrat. V 10, 5 u. 11, 2ff. Sozomen. VII 12, 2 u. 13, 1 ff — 20 f vgl. Ammian. Marcellin. XXXI 10, 18 f. Eunap. Fragm. 57. Ps. Aurel. Victor Epit. 47, 4. Zosim. IV 35, 2. Rufin H. E. XI 13 — 23 —S. 128, 10 vgl. Sozomen. VII 17, 1. Socrat. V 20, 4)[*](* 23— e S. 128, 20 Niceph. H. E. XII 29 PG 146, 840 A)[*](1 τ(ῶν) γινομένων μὄ ( wahrscheinlich = μόνον) B τὸν γινομένων μόνην Gothofred. τῷ γειναμένῳ μόνῳ Val., wohl möglich; e vgl.: οὖ ε τὴν Αthan.) οὐδεὶς γινώσκει εἰ μὴ μόνος ὁ γεννήσας αὐτὸν πατήρ Αthan. 1. 1. u. Socrat. II 41, 9; vgl. auch γειναμένου ob. S. 65, 5 u. oft | 5 κατὰ Bidez] τὸ B Ι θεὸσ B, corr. Gothofred. Ι 7 ὁμοιούσιον Val., aber s. Register | 8/9 φησι — φησι vgl. ob. S, 28, 9 ff Ι 18 περιτίθεται Bochart, wohl richtig; s. Register 1 19 π(ερὶ) Μ π(αρὰ) Β | 22 ἤρεσκεν Bochart, besser)
128
[*](Phot.)

αὐτοῦ τὰ Εὐνομίου στέργοντας, τούτους μὲν τοῦ παλατίου ἐλαύνει, τὸν δὲ Εὐνόμιον ἐκ τῆς Καλχηδόνος τὴν τακίστην τοὺς ἀρπασομένους ἐκπέμπει, καὶ πρὸς τὴν Ἀλμυρίδα φυγάδα ποιεῖν ἐγκελεύεται. τὸ δὲ χωρίον τῆς έν Εὐρώπῃ Μυσίας ἐστὶν ἐν κώρᾳ τοῦ Ἴστρου ε ἀλλ’ ἡ μὲν Ἁλμυρίς, κρυσταλλωθέντος τοῦ Ἴστρου, ὑπὸ τῶν διαβάντων αὐτὸν βαρβάρων ἁλίσκεται· ὁ δὲ Εὐνόμιος Εὐνόμιος εἰς Καισάρειαν τῆς Καππαδοκίας ὑπερορίζεται, ε μισητὸς ὢν ε τοῖς λόγους κατὰ Βασιλείου τοῦ ταύτης ἐπισκόπου συνετάξατο. ἐκεῖθεν δὲ εἰς τοὺς ἑαυτοῦ ε διάγειν ἀγροὺς ἀφείθη· Δακοροηνοὶ δὲ τοῖς τὸ ὄνομα. ἐνταῦθα δὲ αὐτόν φησι καὶ Φιλοστόργιος, εἰκοστὸν ἔτος ἄγων ἐν Κωνσταντινουπόλει παραγεγονώς, θεάσασθαι. ὑπερθειάζει τὸν Εὐνόμιον τήν τε σύνεσιν λέγων αὐτὸν εἶναι καὶ τὴν ἀρετὴν ἀπαράβλητον. ἀλλὰ καὶ τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα καὶ τὰ μέρη εἰς τὸ εὐπρεπέστατον τοῖς λόγοις ἐξωραΐξει καὶ τοὺς ἐκ τοῦ στόματος λόγους μαργαρίσιν ἐοικέναι· καίτοι προϊὼν τραυλὴν αὐτοῦ τὴν γλῶτταν καὶ μὴ θέλων συνομολογεῖ, οὐδὲ τὴν τραυλότητα ἐπαισχυνθεὶς εἰς πολλὴν ἀποσεμνύνειν ε γλαφυρότητα. ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀλφούς, οἲ πρόσωπον αὐτοῦ κατεμάστιζόν τε καὶ κατέστιζον, κόσμον ἐμποιεῖν τῷ σώματι διατείνεται. τοὺς δὲ λόγους αὐτοῦ πάντας ἀποθειάζων, διαφέρειν τῶν ἄλλων ἐπὶ μᾶλλον λέγει τὰς ἐπιστολάς.