Quaestionum Homericanum ad Iliadem pertinentium reliquiae

Porphyrius

Porphyrius. Porphyrii Quaestionum Homericanum ad Iliadem pertinentium reliquiae, Fasc I-II. Schrader, Hermann, editor. Leipzig: Teubner, 1880-1882

269. I init, p. 128.

[*](B⟩ f. 147a ad ἀνόρουϲε.)

273.---πῶϲ δὲ οὐδένα ϲτρατηγὸν ἀνθ’ ἑαυτοῦ κατέλιπεν; ἵνα μὴ προτιμήϲαϲ ἕνα τοῖϲ λοιποῖϲ ἀπέχθηται.

[*](*B f. 148b ad ἀπέλεθρον. L. f. 235a, Π)

354. τουτέϲτιν ἀμέτρητον, ὃ οὐκ ἐϲτι μέτρῳ οὐδὲ πελέθρῳ μετρῆϲαι. οὕτωϲ ἐϲτὶ καὶ τὸ ἀμαιμάκετον, ᾧ οὐκ ἐϲτι μῆκοϲ παραβαλεῖν· ἱϲτὸν μαιμάκετον (ξ 311), ὃν ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἔφη περιμήκετον (β 94. 95 ?). περιϲϲῶϲ μέγαν. καὶ ἡ ἀμαιμάκετοϲ οὗν Χίμαιρα (Ζ 179. Π 329) τὴν μεγάλην δηλοῖ, πρὸϲ ἣν οὐκ ἔϲτι μέγεθοϲ τῶν ὁμοίων παραβαλεῖν· πρὸϲ γὰρ τὰ ὁμογενῆ τὰ πρόϲ τι ἡ δ’ ἄῤ ἔην θεῖον γένοϲ οὐδ᾿  ἀνθρώπων (Ζ 180).

356. Α 104.

[*](B f. 149a ad τοξότα. L. f. 236a. Lp. f. 191b.)

385. ἀλλὰ καὶ οἱ θεοὶ, φαϲὶ, τοξόται καὶ τῶν ἡρώων οἱ κράτιϲτοι, Ἀπόλλων, Ἄρτεμιϲ, Ἡρακλῆϲ, Εὔρυτοϲ ἀλλὰ καὶ ἐντὸϲ τοῖϲ πρὸϲ Ἴλιον ϲτρατευομένοιϲ Μηριόνηϲ, Φιλοκτήτηϲ, Τεῦκροϲ. οὐχ ὅτι δὲ τοξότηϲ [*](4 L inc.: εἰϲ τὸ ὦκ᾿  ἀπέλεθρον ἀνέδραμε 12 φηϲὶ Lp 13 ἡρακλῆϲ εὕρη L) [*](2 sqq. Eadem L. f. 212 et Lp (c. 1. ἐς δίφρον ἀνόρουσε). Quae ex cod. Vict. ap. Bekkr. sequuntur: καὶ ὁ Μενέλαλος παρῆν, βασιλεὺ ὢν δεύτερος ἔστι δὲ καὶ ἐναγώνιον· ὅ τε γὰρ φόβος μείζων διὰ τὴν ἀπουσίαν τῶν ἀριστέων καὶ ὁ πόθος Ἀχιλλέως μείζων, non liquet utrum ad quaestionem pertineant an aliunde addita sint.) [*](4 sqq. Haud scio an olim partem quaestionis ud v. 155 editae effecerint.) [*](6 † H (sim. B⟩ Q) ξ 311 Dind. (ἀμαιμάκετον): ᾧ οὐκ ἔστι μῆκος παραβαλεῖν. καὶ Χίμαιραν θρέψεν ἀμαιμακέτην, ᾗ οὐκ ἔστι μέγεθος παραβαλεῖν. ) [*](12 sqq. Quaestio male decurtata tradita suppleri potest ex Eustathio, p. 851, 31 sqq., qui in codice quo usus est plura quam nobis servata sunt legit. Sed cum habeat quae illis aut de suo aut aliunde, e. c. ex Herodiano, addiderit, iudicium de singulis non constat. ld num contenderim, A ristotelis memo e Porphyrio eum hausisse eam enim ita potissimum et adl scholia nostra. et ad Eustathium propagatam esse multis locis constat. Neque enim video, cur cum Rosio, Ar. ps. p. 164, pro Aristotele apud eum h. 1. Ἀριστοφάνης le ut recte Heitz, d. verl. Schrft. d. Ar., p. 213; monuit. Quod autem Rose in schol. Townl. a se collato et Victor. Ἀρίσταρχος (pro Ἀριστοτέλης) δὲ ὦ τῷ τόξῳ σεμνυόμενε legi iubet, iniuria ab Heitzio impugnari videtur. Eadem enim eorum verborum explicatio (τὸ δὲ κέρᾳ ἀφλαέ οἱ μὲν ἀντὶ τοῦ τόξοις ἀγλαϊζόμενε) ab Eustathio, lin. 39, ita affertur, ut cum Aristotelia illa minime cohaereat, et ab Apollonio v. κέρᾳ ἀγλαέ ad ipsum Aristarchm revocatur, quod ita accipiendum esse, ut commemoraverit eam neque tamen probaverit Aristarchus, schol. A (Ariston.) Λ 385 docet. Cum Apollonio autem de βοὸς κέρας (Ω 81) interpretando ita consentit schol. Q μ 253 et ipsum Aristurchum afferens, ut negari vix possit, etiam apud Plutarchum, d. sol. anim. c. 24 (p. 977 A), iisdem fere verbis de eadem re agentem, pro Ἀριστοτέλης recte conici Ἀρίσταρχος. Restat ut moneamus, quae ad Ω 81 in cod. B⟩ tradita sint Aristar num e Porphyrio fluxerint diiudicari non posse.) [*](13 sqq. A Λ 385 Nican.: περὶ δὲ τῶν διαστολῶν εἴρηται πολλοῖς ὅτι εἰσὶν ἀμφίβολοι· ἢ γὰρ καθ᾿  ἑαυτὸ ἕκαστον . . . . ἢ κατὰ δύο κτλ. Cf. † Eust., p. 851, 33.)

165
ὀνειδίζει, ἀλλ’ ὅτι φαῦλοϲ· τοῦτο γὰρ ἐμφαίνει τὸ λωβητήρ. εἶτα πάλιν τῇ τρχὶ, φηϲὶ, κάλλιϲτε ἐπὶ ἀπάτῃ παρθένων· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τὸ κομᾶν κακὸν ἐϲτι καθ᾿  ἑαυτὸ.

Ἀριϲτοτέληϲ δέ φηϲι· κέρᾳ ἀγλαὸν εἶπὲν ἀντὶ τοῦ αἰδοίῳ[*](Eust. Λ. p. 851, 52.) ϲεμνυνόμενον, ἐπὶ τοιούτου ϲημαινομένου τὴν λέξιν ἐκεῖνοϲ νοήϲαϲ.

405. ἀϲύμφορον ἀναπείθειν δεινότερον εἶναι τοῦ ἀποθανεῖν τὸ[*](*B f.149b ad ἁλώω. Cf. Phil. 1. c. p. 345, ΙΙ.) φυγεῖν. λύεται δὲ ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ τὸ γὰρ ἁλώω δύναται καὶ ἐπὶ τοῦ ζωγρηθῶ εἶναι.

515. ἐμείωϲε, φαϲὶ, τὸν ἔπαινον, μερικὴν αὐτῷ προϲθεὶϲ τὴν εἴ-[*](B f. 152a ad ἰούϲ τ᾿ L. f. 241b. Lp f. 194a c. l. ἱούϲ τ᾿ ἐκτά- (Cf. Paris, ap. Cremer, A. P. ΙΙΙ, p. 15, 18.) δηϲιν. καίτοι φηϲὶν ὅϲῥά τε πάϲηϲ εὖ εἰδῇ ϲοφίαϲ (Ο 411, confus. c. ρ 384). οἱ μὲν οὖν φαϲιν ὅτι τὸ χειρουργικὸν καὶ τὸ φαρμακευτικὸν εὕρητο παρὰ τοῖϲ παλαιοῖϲ· τοῦ γὰρ διαιτητικοῦ Ἡρόδικοϲ μὲν ἤρξατο, ϲυνετέλεϲε δὲ καὶ Ἱπποκράτηϲ, Πραξαγόραϲ, Χρύϲιπποϲ. ἔνιοι δέ φαϲιν, ὡϲ οὐδὲ ἐπὶ πάνταϲ τοὺϲ ἰατροὺϲ ὁ ἔπαινοϲ οὗτόϲ ἐϲτι κοινόϲ, ἀλλὰ τὸν Μαχάονα μόνον χειρουργεῖν θέλουϲι· τὸν γὰρ Ποδαλείριον διαιτᾶϲθαί φαϲι τὰϲ νόϲουϲ. καὶ τεκμήριον ὅτι Ἀγαμέμνων τρωθέντοϲ Μενελάου οὐ Ποδαλείριον καλεῖ, ἀλλὰ τὸν Μαχάονα (Δ 193) τοῦτο ἔοικε καὶ Ἀρκτῖνοϲ ἐντὸϲ Ἰλίου πορθήϲει νομίζειν ἐντὸϲ οἷϲ φηϲιν αὐτὸϲ γάρ ϲφιν ἔδωκε πατὴρ ἐνοϲίγαιοϲ πεϲεῖν ἀμφοτέροιϲ, ἕτερον δ᾿  ἑτέρου κυδίον’ ἔθηκε· τῷ μὲν κουφοτέραϲ χεῖραϲ πόρεν, ἔκ τε βέλεμνα [*](3 quae in codd. sequuntr: τὸ δὲ κέρᾳ ϲὺν τῷ ι κτλ., ex Herodiano petita sunt 4 φηϲι Rose, Ar. ps, p. 166; edit. φαϲι 9 φηϲὶ Lp προϲτιθεὶϲ Lp 12 εὕρηται L. 15 ἐθέλουϲι Lp 16 διαιτεῖϲθαι Lp 16. 17 τρωθέντα Μενέλαον L 17 τὸν om. L 18 sqq. τοῦτο — νόημα, quae B⟩ LLp om, e cod. Vict. Roemeri ι comitate collata) addidi casu enim vel neglegentia in communi illorum codicum fonte intercidisse, inde apparet, quod Eustathius, qui sinc ullo dubio h. 1. e Porphyrio hausit, eadem ante oculos habuit (p. 849, 42 sqq.). Idem dc p. 166, lin. 7 —8 (ταῦτα Ἡρακλέα) dicendum, coll. Eust. lin. 49) [*](1 † Eust. p. 851, 41: οἱ δέ φασι τὸ κέρα ἀγλαέ ἀντὶ τοῦ κάλλιστε τὴν τρίχα, καὶ τοῦτο οὐχ ἁπλῶς, ἀλλ᾿  ἐπὶ ἀπάτῃ παρθένων κτλ., cf. Hesych. v. κέρα ἀγλαέ, Et. M. p. 504, 55. Quam v. κέραι notionem ad glossographos Apol l. c. retulit; paullo aliter de ea iudicavit Aristarchus ap. Ariston. l. c. (cf. Eust. lin. 46. 49), dubitanter Herodian. (A Λ 385).) [*](5 Cf. Hesych. κέραξ· θρίξ, τόξον καὶ αἰδοῖον,) [*](6 —8 Id. L f. 237 (nisi quod σύμφρον pro ἀσύμφ.). — Cf. B⟩ f. 149b ad ἁλώω (id. Lp f. 192a c. l. αἴ κεν ἁλώω): τοῦτο, φησὶ, δεινότερον πάντων, εἰ ζω καὶ αἰχμαλωτισθῶ· οὐδεὶς γὰρ Ἑλλήνων τοῦτο ⟨om. Lp⟩ πέπονθεν.) [*](9 Versus 515 a Zenodoto, Aristophane, Aristarcho poëtae abiudicatus; . . . . μειοῖ γάρ, εἰ μόνον ἰοὺς ἐκτάμνε καὶ φαρμακεύειν οἶδεν (A h. v.).) [*](11 sqq. † Eust. Λ, p. 859, 39 sqq. ) [*](11. 12 Cf. Porph. Λ 624: πρῶτον μὲν οὖν φαμεν ὅτι τὴν δίαι ταν ἠγνόουν. Id. L 453: . . . . τὴν δὲ περὶ τὰς διαίτας (ἐπιτηδεῦσαι ἰατρικὴν) τὸν Σηλυβρια Ἠρόδικον κτλ. Sequitur Platonem, rep. III, p. 406 A.) [*](18 sqq. Versus primi corrupte traditi sunt, v. Kinkel, epic. Gr. fragm. I, p. 35, qui Welckerum (cycl. ep. II, p.178) secutus non recte ad Aethiopidem fragmentum retulit.)

166
ϲαρκὸϲ ἑλεῖν τμῆξαί τε καὶ ἕλκεα πάντ’ ἀκέϲαϲθαι· τῷ δ’ ἄῤ ἀκριβέα πάντ’ ἐνὶ ϲτήθεϲϲιν ἔθηκεν, ἄϲκοπά τε γνῶναι καὶ ἀναλθέα ἰάϲαϲθαι· ὅϲ ῥα καὶ Αἴαντοϲ πρῶτοϲ μάθε χωομένοιο ὄμματά τ’ ἀϲτράπτοντα βαρυνόμενόν τε νόημα. εἰ δὲ μὴ παράγει τινὰ διαιτώμενον, οὐ θαῦμα· διὰ γὰρ τὸ ἀπρεπὲϲ παρῆκε τὴν δίαιταν· ἀπρεπὲϲ γὰρ ἦν τὸν ἥρωα πυρέττοντα παραλαβεῖν ἢ κενούμενον τὴν γαϲτέρα ἢ προποτιζόμενον. ταῦτα γὰρ κωμικά, ὡϲ καὶ τῷ Διονυϲίῳ πεποίηται ἐντὸϲ Λιμῷ τῶν νό Ἡρακλῆϲ, Ϲειληνὸϲ δὲ κλύζειν πειρᾶται τὸν Ἡρακλέα. ἢ μόνων τῶν ἐντὸϲ πολέμῳ ἐνεργούντων μέμνηται· εἰϲὶ δὲ φάρμακα καὶ χειρουρ εἰ δὲ ἀπὸ τῶν ἡττόνων ὁ ἔπαινοϲ, καὶ τοῦτο ἰατρικῆϲ ἐγκώμιον, τὸ καὶ τὰ ἥττω μέρη ταύτηϲ εἶναι πολλῶν ἀντάξια.

[*](*B f. 152b ad λέοντα. **Bf. 153a ad ὄνο (Β1). L f. 242a. A.)

548 sqq. διὰ τί ὁτὲ μὲν λέοντι παραβάλλει τὸν Αἴαντα, ὁτὲ δὲ ἐντὸϲ ἄλλῳ (v. 558) ὄνῳ, λύϲιϲ. ὅτι αἱ μὲν παραβολαὶ τριῶν ἕνεκα γίνονται, αὐξήϲεωϲ ἐνεργείαϲ ϲαφηνείαϲ· εἰϲ τὸ πρόϲφορον δὲ ἐντὸϲ ἑκάτερον ἐτήρηϲεν ὁ ποιητήϲ, εἰπὼν Αἴαντα καὶ φονεύοντα λέοντοϲ δίκην καὶ τῶν πολεμίων ἀναχωροῦντα ὡϲ ὄνον. ταῖϲ γὰρ φύϲεϲι τῶν ζώων καὶ τὸ ὀκνηρὸν πρὸϲ φυγὴν καὶ τὸ ταχὺ πρὸϲ μάχην τοῦ ἥρωοϲ δεδήλωκεν.

559. v. ad v. 548 sqq.

596. Ε 7.

[*](L. f. 243a.)

597. πῶϲ, φαϲὶ, δύνανται Νηλέωϲ οὖϲαι αἱ ἵπποι ἐπὶ τὸν Νέϲτορα τὸν γέροντα φθάϲαι ζῶϲαι ἢ δῆλον ὅτι τὰϲ ἀπογόνουϲ τῶν ἵππων ἐκεί λέγει, ὥϲπερ καὶ τὸ Τρώιοι φηϲὶν ἵπποι (222), οἱ ἀπὸ τοῦ Τρωόϲ, κατὰ διαδοχὴν τῶν τοῦ cod. ἀπ᾿ ἐκείνων.

[*](5 τὰ διαίτου L. 6 παραβαλεῖν L. 7. 8 v. p. 165, 18 sqq. 11 τὰ ἡττώμενα μ. L 12 L praem. ἀπορία A inc.: διὰ τί ὁτὲ μὲν λ., ὁτὲ δὲ ὀν. παραβ τὸν Αἴαντα; ὀτὲ (bis), spir. in ras. scrpt., L 13 ἄλλοιϲ B1 λύϲιϲ om. B1; pro eo Αἴαντα; ῥητέον οὖν 14 ϲυνεργίαϲ B1, ϲυνεργίαϲ (ι in ras.) B, ἐνεργείαϲ Eust. suppeditat αὐξ. καὶ ἐναργ καὶ ϲαφ. L 15 δειτήρηϲεν A εἰπὼν in uno A ἄγοντα pro Αἴαντα BB1L. 10 ἀναχωρεῖν BLA 17 δέδωκεν pro δεδήλωκεν BB1)[*](7 De Dionysii fabula sive Λιμός sive Λινός inscrib enda v. Meineke, fr. com. Gr. III, p. 553; V, 1, p. 94; Nauck, fr. trag. Gr. p. 617.)[*](11 Quae in Vict. sequuntur do difficultate ὑπερβατῷ solvenda (meliora in altero schol. L., f. 241a Paris. ap. Cram. l. c., lin. 12 —18) ad Porph. referre non audeo neque enim Eust. legit.)[*](12 sqq. Cf. Eust. Λ, p. 861, 45 sqq, quem plura in libris suis legisse ap Schol. A Λ 559 ὅτι δοκεῖ μάχεσθαι· εἰ γὰρ κατεάγ πολλά περὶ αὐ ῥόπαλα, οὐ δύναται βία τῶν τυπτόντων νηπία εἶναι κτλ., ad Aristonicum potius quam ad Porphyrium referendum videtur (cf. A Ζ 265. Λ 51). )[*](16 17 Ζenodoto v. 548 —5V pro spuriis habenti oblocutus Aristarchus: ὁ μὲν γὰρ λέων πρὸς τὴν πρᾶξιν, ὁ δὲ ὄνος πρὸς τὴν ὑπομονὴν κτλ., (A Λ 548).)[*](20 sqq. † Eust. Λ p. 865, 1 sqq. — Fuisse qui difficultatis quae esse vide vitandae caussa scriberent Νηλήιον schol Vict. h. v. perhibet.)
167

αἱ ἀπόγονοι τῶν ἵππῶν ἐκείνων· οὐ γάρ δυνατὸν ἦν φθάϲαι[*](B f. 153 Bb ad Νηλήιαι.) ἐπὶ τὸν γέροντα Νέϲτορϲ τὰϲ ἵππουϲ τοῦ Νηλέωϲ ζώϲαϲ. ὥϲπερ καὶ Τρώιοι ἵπποι οἱ ἀπὸ τοῦ Τρωόϲ, κατὰ διαδοχὴν τῶν τοῦ cod. ἀπ᾿  ἐκείνων.

611. διὰ τί τὸν Πάτροκλον ὁ Ἀχιλλεὺϲ πέμπει ῥητέον οὖν ὅτι[*](*B f. 154a ad ἴθι νῦν. L f. 243b. A.) κατ’ οἰκονομίαν. ἐπειδὴ γὰρ ἄπρακτοϲ ἡ πρεϲβεία γεγένηται, διὰ Πατρόκλου βούλεται Νέϲτορα κατορθῶϲαι τοῦτο, ὅπερ οὐκ ἐποίηϲαν οἱ· πρέϲβειϲ. ὥϲτε προῳκονόμηϲε τοῦτο ὁ ποιητὴϲ οὕτωϲ, ἵνα καὶ Νέϲτο τὴν τῶν λόγων δύναμιν παραϲτήϲῃ καὶ Ἀχιλλέα δείξῃ μετ’ εὐλόγου προφάϲεωϲ εἰϲ τὸν πόλεμον ἐξάγοντα τὸν Πάτροκλον.

624. ὅλοϲ ὁ τόποϲ οὗτοϲ ἐλέγχεται ὡϲ παρὰ τὴν ἰατρικὴν ἱϲτορίαν[*](*B f. 154a ad κυκειῶ. L f. 244a, Π.) πεποιημένοϲ. ὅϲοι μὲν οὖν λύουϲιν, ὡϲ τῶν ἡρώων ἑτέρωϲ εἰθιϲμένων θεραπεύεϲθαι διὰ τὸ μὴ ταῖϲ αὐταῖϲ διαίταιϲ· τοὺϲ ἰατροὺϲ ἐπιπολάζειν χρωμένουϲ, ἀπὸ τοῦ ἔθουϲ ἀπολογοῦνται· ὅϲοι δ᾿  ἐλέγχουϲι τὴν ϲύνθεϲιν πάντων ἐξαλλάϲϲειν τὴν καθ’ ἕκαϲτον δύναμιν, ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ ἐπιχειροῦϲιν. οἱ δὲ νῦν πάντεϲ, οὐκ εἶναι χαλεπὸν τὸ τραῦμα οὐδὲ. πρὸϲ θεραπείαν δίδοϲθαι τὸ πόμα, τῷ δὲ κοινῷ ἔθει πίνειν οὐ μόνον τὸν Μαχάονα ἀλλὰ καὶ τὸν Νέϲτορα τὸ τοῖϲ κεκμηκόϲι ϲκευαζόμενον ποτόν — τοιοῦτον γὰρ προϲφέρειν καὶ τὴν Κίρκην τοῖϲ πρὸϲ αὐτὴν καταγομένοιϲ (κ 234) ἀπὸ τοῦ καιροῦ λύουϲιν.

οὐ δεόντωϲ, φαϲὶν, ὁ Μαχάων καὶ ταῦτα ἰατρὸϲ ὢν τὸν κυκεῶ[*](B f. 154a ad τεῦχε κυκειῶ. L f. 248a. Lp. f. 196b c. l. τοῖϲι δὲ τεῦχε κυκειῶ.) προϲφέρεται, ϲυνεϲτῶτα ἐκ μέλανοϲ οἴνου — τοιοῦτοϲ γὰρ ὁ Πράμνιοϲ — καὶ τυροῦ ἐπικεκνηϲμένου καὶ ἀλφίτων φλεγματώδη δὲ ταῦτα καὶ πολέμια τοῖϲ τραυματίαιϲ. πρῶτον μὲν οὖν φαμεν, ὅτι τὴν δίαιταν ἠγνόουν 25 καὶ ἀνδρειότερα ὅμωϲ εἶχον τὰ ϲώματα, ὡϲ καὶ ἀγωνίζεϲθαι τοὺϲ τραυματίαϲ, εἶτα ὅτι ἀρίϲτου ἰατροῦ ἐϲτι τὸ ἰᾶϲθαι μὴ μετακινοῦντα τὴν ϲυνήθη δίαιταν. ἄλλωϲ τε ἐξ ἐπιπολῆϲ ἡ πληγή· εἰ δὲ καὶ κατὰ βάθουϲ, [*](5 L praem. ἀπορία διὰ τί δὲ τ. Π. ΑL. post πέμπει L. ins. λύϲιϲ οὖν om. A 7 τοῦτο κατορθ L., διὰ Πατρ. Nεϲτ βούλεται τοῦτο κατ. A 8 οὕ om. A 10 ἐξάγειν A L. τὸν Πατρ. om. A 11 L in lcmm. χάλκεον κάνεον, ἐπὶ δὲ κρόμιον ποτῷ ὄψον ἠδὲ μέλι χλωρόν, παρὰ δ’ ἀλφίτου ἱεροῦ ἀκτήν (ν. 630. 31) 13 ταῖϲ αὐτοῦ διαίταιϲ ἀεὶ τοὺϲ ἰατρ. L. 15 pro λέξεωϲ Kamm., p. 78, ἕξεωϲ coni. 16 pro νῦν πάντεϲ Lchrs, ad Hcrod. app. p. 460, ϲυν coni. 18 τὸν pro τὸ L 19 τοῖϲ ἐκεῖϲε κατ. L. 20 λύουϲιν Lehrs l. c. codd. λέγουϲιν 21 φηϲιν L τὸν κυκεῶνα L 22 πράμνιοϲ, suprascrpt. ει, Lp 23 ἐπικεκνηϲμένου, ηϲ postea add., H; ἐπικεκνιϲμένου LLp 27 ἐξ ἐπι LLp) [*](16 sqq. Simil. Plut., V Hom., c. 210. Fuerunt quii negarent, ab Ho Machaonem induci vulneratum, V. Asclep. Myrl. ap. Athen. XI, p 493 A, cf. Eust. Λ p. 870, 37.) [*](24 Cf. Plat., rep. III. p. 406 A: καὶ μὲν δή, ἔφη, ἄτοπόν γε τὸ πῶμα οὕ ἔχοντ. Οὔκ, εἴ γ᾿  ἐννοεῖς, εἶπον, ὅτι τῇ παιδαγωγικ τῶν νοσημάτων ταύτῃ τῇ νῦν ἰατρικῇ πρὸ τὸ Ἀσκληπιάδαι οὐκ ἐχρῶντο, ὥς φασι, πρὶν Ἡρόδικον γενέσθαι. Id ipsc Porph. Λ 515.)

168
οὐδ᾿  οὕτωϲ ἀδόκιμον τὸ πόμα· ῥύϲιϲ γὰρ αἵματοϲ λειποθυμίαν ἐργάζεται· ὁ οὖν μέλαϲ οἶνοϲ παχύνων τοὺϲ χυμὸϲ καὶ τὴν ἐπίρρυϲιν τοῦ αἵματοϲ τὴν ἐπὶ τὸ τραῦμα παχύνει καὶ ϲυϲτέλλει ὅθεν καὶ τοῖϲ κοιλιακοῖϲ αὐτὸν ἔνιοι προϲάγουϲι διὰ τὸ εἴργειν τὸ ὑγρόν. ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλφιτον παχύνει τὰ ὑγρά. καὶ τὸ κρόμυόν ἐϲτι διουρητικὸν καὶ μάχεται τῇ φλεγμονῇ· ὅθεν καὶ τοῖϲ κυνοδήκτοιϲ αὐθωρὸν προϲάγεται. ἢ οὐ πρὸϲ θεραπείαν ἀλλὰ πρὸϲ ἀνάψυξιν ἐδίδοτο τὸ πόμα, καὶ Νέϲτωρ γοῦν λαμβάνει· τοῖϲ κακοπαθοῦϲι γὰρ ἐπιτήδειοϲ ὁ κυκεὼν τροφὴν ἅμα καὶ ποτὸν ἔχων.

[*](L f. 245b, Π. Cf. Paris. ap. Cram., A. P. III. p. 16.)

636. 37. Νέϲτωρ δ’ ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν. διὰ τί πεποίηκε μόνον τὸν Ννέϲτορα αἴροντα τὸ ἔκπομα οὐ γὰρ εἰκὸϲ ῥᾷον αἴρειν νεωτέρων νεώτερον L. καὶ Ϲτηϲίμβροτοϲ οὖν φηϲιν, ἵνα δοκῇ εἰκότωϲ πολλὰ ἔτη βεβιωκέναι· εἰ γὰρ παράμονοϲ ἡ ἰϲχὺϲ καὶ οὐχ ὑπὸ γήρωϲ μεμάρανται, καὶ τὰ τῆϲ ζωῆϲ εὔλογον εἶναι παραπλήϲια. Ἀντιϲθέν ηϲ δέ· οὐ περὶ τῆϲ κατὰ χεῖρα βαρύτητοϲ λέγει, ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἐμεθύϲκετο ϲημαίνει· ἀλλ’ ἔφερε ῥᾳδίωϲ τὸν οἶνον. Γλαῦκοϲ Γλαύκων dubitanter Heitz, d. verl. Schrft. d. Aristot, p. 260, 2 δέ, ὅτι κατὰ διάμετρον ἐλάμβανε τὰ ὦτα, ἐκ μέϲου δὲ πᾶν εὔφορον. Ἀρι δὲ τὸ Νέϲτωρ ὁ γέρων ἀπὸ κοινοῦ ἔφη δεῖν ἀκούειν ἐπὶ τοῦ ἄλλοϲ, ἵν᾿  ᾖ ἄλλοϲ μὲν γέρων μογέων ἀποκινήϲαϲκε τραπέζηϲ, Νέϲτωρ δ᾿  ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν, πρὸϲ γὰρ τοὺϲ καθ’ ἡλικίαν ὁμοίουϲ γενέϲθαι τὴν ϲύγκριϲιν.

[*](B f. 154b ad ἄλλοϲ. Lp f. 196ba c. l. ἄλλοϲ μὲν μογέων.)

οὐχ, ὥϲ τινεϲ, ἐπὶ μαχάονοϲ τὸ ἄλλοϲ ἐκδέχεϲθαι χρή, ἀλλ’ [*](1 εὐδόκιμον Lp ῥῦϲιϲ B⟩ λειποθυμίαν, ει e corr., B⟩ 3 καὶ ϲτέλλει BLp 5 κρόμυον, υ in ras., B⟩ 7 post πρὸϲ 4 vel 5 litt. eras. B⟩ ἀνάπτιξιν Lp) [*](5 † Paris. ap. Cremer., A. P. III, . 260, 20.) [*](7 Cf. Porph. Ξ 1: . . .  τάχα γοῦν τὸν κυκεῶνα πίνειν φησὶν (τὸν Νέ ὃς εἶχε καὶ οἷνον.) [*](10 Versus 636 diple notatus erat πρὸς τὸ ζητούμενον, πῶς ὁ γέρω ἀμο οἱ δὲ ἄλλοι μετὰ κακοπαθείς (schol. A). —3 Quaestiones de ipso Nestoris poculo a grammaticis (v. Athen. XI, p. 488 A sqq.) institutis l Porphyrium con vel respexisse veri quidem simile est, sed neque e scholiis neque ex Eustathio probari potest) [*](12 — 18 B⟩ f. 154 (subiunctum schol. supra, lim. 23 sqq, edito]: Σησίμβροτος δέ φησιν, ἵνα δοκῇ εἰκότω πολλ ἔτη βεβιωκέναι εἰ γὰρ παράμονος ἡ ἰσχὺς καὶ οὐχ ὑπὸ γήρως μεμάρανται, καὶ τὰ τῆς ζωῆς εὔλογον εἶναι παρα Γλαῦκος δέ ὅτι κατὰ διάμετρον ἐλάμβανε τὰ ὦτα, ἐκ μέσου δὲ πᾶν εὔφορον ⟨πανεύφορον cod.⟩.) [*](16 Cf. p. 169, 6 —11, et Eust. Λ p. 870, 32. 43.) [*](18 Aristotelis nomen in Aristarchi mutari voluit Val. Rose, Ar. ps. p. 166, recte obloquente Heitzio, l. c, p. 260, 3. Eadem Sosibii lytici qui voca ratio (Asclep. Myrl. ap. Athen., p. 493 C).) [*](18 —22 † L. f. 245 (c. l. ἄλλος μὲν μογέων): προσληπτέον τὸ πρεσβύτης, ἵν᾿  ᾖ οὐ ῥᾳδίως οὐδὲ εὐχερῶς αὐτὸ ⟨αὐτῷ cod.⟩ ἐκίνει τῆς τραπέζης τι τῶν λοιπῶν γερόντων, ἀλλήλοιϲ μογέων, ὅ ἐστιν ὀκνῶν.) [*](23 Fuisse qui, ut ἄλλος ad Machaonem referrent, ἅλλος vel ἀλλ᾿  ὃς legerent,)

169
ἀορίϲτωϲ πρὸϲ ἔπαινον τοῦ γέροντοϲ· θέλει γὰρ εἰπεῖν, ὅτι παντὸϲ νέου ϲωφρονέϲτερον ἐβάϲταζε τὸ τὸν Lp ποτόν. ἔνιοι δὲ ἀπὸ κοινοῦ τὸ γέρων, ἵν’ ᾖ ἄλλοϲ μὲν γέρων μογέων ἐκίνει, ὁ δὲ γέρων Νέϲτωρ ἀμογητὶ ἄειρεν add. *B. Ϲτηϲίμβροτοϲ δέ φηϲιν κτλ, v. ad p. lin. 12.

τὰ γὰρ ἄχθη οὐχ οἱ ἰϲχυροὶ ἀλλ’ οἱ ἔμπειροι φέρουϲι. διπλῶν[*](B f. 154b ad ἀμογητὶ. L f. 244b c. l. ἀμογητὶ. Lp f. 196b c. eod. l.) γὰρ τῶν ὤτων ὄντων καὶ τοῦ ποτηρίου μεγίϲτου, οὐκ ἂν νέοϲ ἀπεκίνηϲεν αὐτὸ τῆϲ om. Lp τραπέζηϲ, οὐ διὰ τὸ μὴ δύναϲθαι, ἀλλὰ διὰ τὸ πῶϲ μὴ εἰδέναι εἰ γὰρ οὐχ ὡϲ ἔδει αὐτὸ ἦρε κῆρε L, θραῦϲιν ἂν 10 ἠπείληϲε· δίχειρα γὰρ δυϲὶν ἀφ’ ἑκάϲτηϲ ἑκάϲτοιϲ Lp χειρὸϲ δακτύλοιϲ τῶν ὤτων λαμβανόμενον ἐχρῆν κινεῖν ἀκόπιυϲ.

719. καὶ πῶϲ πρότερον ἐνίκηϲεν, ὅτι πρὸϲ ἀπείρουϲ ἦν ἡ μάχη,[*](B f. 156a ad οὐ γάρ πω.) τὰ δὲ νῦν πρὸϲ ἐπιϲτήμοναϲ.

767 sqq. ἀθετοῦνται ϲτίχοι ιθ′. πῶϲ γὰρ ὧδε μὲν Πηλεὺϲ ἀρίϲτεύειν[*](B f. 157a ad ἐόντεϲ. L f. 249a.) ἐπιτάϲϲει (ν. 784), ἐντὸϲ δὲ ταῖϲ Λιταῖϲ μεγαλήτορα θυμὸν ἴϲχειν (1 255) ὅτι οὗ δέονται, τούτου ὑπομιμνήϲκουϲιν· ὁρᾷ γὰρ ὁ Νέϲτωρ, ὡϲ ἐλώφηϲε νῦν τῆϲ ὀργῆϲ. καὶ διὰ τί Πηλεὺϲ τοὺϲ περὶ Νέϲτορα οὐ φιλοφρονεῖται, ἀλλ’ Ἀχιλλεύϲ (Λ 777); ϲπουδάζει ἀποδεῖξαι Ἀλχιλλέα τότε μὲν προθύμωϲ ὑποδεξάμενον — οϲ L, νῦν δὲ ἀποδοκιμάζοντα. αὔξει δὲ νῦν τὸν Πάτροκλον ὡϲ δεόμενοϲ δεξόμενοϲ L. αὐτοῦ, καὶ ἠρεμα διδάϲκει, ὅτι ϲύμμαχοϲ ϲυμμάχῳ L. τῷ Ἀγαμέμνονι πέμπεται, οὐχὶ προϲθήκη τῆϲ ϲυμμαχίαϲ τοῦ ins. L. Ἀχιλλέωϲ. ἐντὸϲ καιρῷ δὲ ἐδήλωϲε τὰ om. L. τῆϲ ϲτρατολογίαϲ, ὅτι οἱ ἀριϲτεῖϲ εἰϲ τὸ τὸν L. λαὸν ἀγείρειν ἐκπέμπονται.

786. τὸ γενεῇ μὲν ὑπέρτερόϲ ἐϲτιν Ἀλχιλλεύϲ οὐ λέγει, ὅτι[*](*B f. 157b ad γενεῇ. L f. 249b, II.) [*](25 L. inc.: τέκνον ἐμόν, γενεῇ μὲν κτλ.) [*](rent, schol. A v. 636 (Herodian.) docet, cf. Asclepiad. l. c. p. 493 A; Eust. p. 870, 35 — Verum Aristarchus et post eum Ptolemaeus A scalonita vide quorum interpretationi ea respondent, quae h. l. legimus: ἀλλ᾿  ἀορίστως πρὸς ἔπαινον τοῦ γέροντος. Neque enim causa adest, cur cum Lehrsio scholii Herodianei verb a ita mutentur, ut Aristarchus et Ptolemaeus eandem quam. Aristoteles et Sosibius rationem secuti sint.) [*](1 Verba θέλει γὰρ κτλ. ex uberiore scholio male excerpta esse, ex Eustathio, p. 870, 45, concludendum videtur. Dicit enim: φασὶ δὲ καὶ τὴν τοῦ πίνειν δυσχέρειαν προμηθῶς ἐπιτετηδεῦσθαι τῷ ποτηρίῳ, ἵνα σωφρόνως καὶ ἐφεκτικῶς, οὐ μὴν ἀπεριμερίμνως καὶ ἀθρόως ἐπιχαίνοντες, ἐκεῖθεν πίνοιεν. βούλεται οὖν συμβολικῶς λέγειν ὁ ποιητής, ὠς ὁ γέρων Νέστωρ παντὸς ἐγκρατέστερόν τε καὶ σωφρονέστερον τὸ ποτήριον σὺν τῷ ποτῷ ἐβάσταζεν.) [*](6 — 11 Glauci redduunt rationem in primo scholio breviter adumbratam.) [*](14 sqq. Versus 767 —87 A Aristarchum Aristophanis exemplum secutum obelo notasse schol. Ariston. v. 767 docet, a quo inter alias eaedem difficultates, quae hic solvuntur, afferuntur. Ad Pium grammaticum scholium nostrum Hiller, Phil. XXXVIII, p. 102, retulit, qua de re cf. proleg.) [*](29 sqq. Verba scholi inde ab αὔξει δὲ νῦν alinde illata esse videntur.)

170
τῇ γεννήϲει ϲοῦ ἐϲτιν ὑπερέχων, ἵν᾿  ῇ πρεϲβύτεροϲ, ὥϲ τινεϲ τῶν τραγικῶν ἤκουϲαν· πῶϲ γὰρ ἂν ἐπήγαγε· πρεϲβύτεροϲ δὲ ϲύ ἐϲϲι; ἀλλ’ ὑπερτέραν γενεὰν λέγει οὐ τὴν χρόνῳ ὑπερέχουϲαν, ἀλλὰ γένουϲ ἀξίᾳ, ὥϲ που ἔφη· τὸν μὲν ἀρείω
  • καλλείπειν, ϲὺ δὲ χείρον’ ὀπάϲϲεαι αἰδοῖ εἴκων,
  • ἐϲ γενεὴν ὁρόων (23 — 39),
  • καὶ ἐπάγει· μηδ’ εἰ βαϲιλεύτερόϲ ἐϲτι. τὸ γενεῇ ὑπέρτεροϲ ἔφη ἐντὸϲ ἄλλοιϲ Τρώων εὐηγενέων (81) καὶ εὐηγενέοϲ Ϲώκοιο (Λ 42), καὶ τὸ ἐναντίον τῷ οὐκ ἄν με γένοϲ γε κακὸν καὶ ἀνάλ φάντεϲ (Ξ 126).

    [*](B f. 159a ad ἔκτανύϲαϲ. L f. 251a. Lp f. 199b c. l. ἔνθα μιν ἐκ- τανύϲαϲ.)

    843. διὰ τί ἐκτανύει καὶ οὐχ ἑϲτῶτοϲ βελουλκεῖ; ἠδύνατο μὲν καὶ ἑϲτῶτοϲ βελουλκῆϲαι, ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦ βελουλκεῖν ἔδει· ϲυναγέντοϲ γὰρ τοῦ βέλουϲ ἔνδοθεν τοῦ μηροῦ, οὐκ ἄλλωϲ ἦν αὐτὸ ἐκβληθῆναι ἢ διὰ χειρουργίαϲ, ὅθεν φηϲὶ τὸ τάμνε μαχαίρῃ· καὶ δῆλον ὡϲ μαχαίρῃ τὸ ϲῶμα τεμὼν ἐκβάλλει αὐτό.

    [*](B f. 159a ad ῥἰζαν. L f. 199 a. c. l. ἐπὶ δὲ ῥίζαν βάλε.)

    846. τινὲϲ Ἀχιλλείαν τὴν βοτάνην λέγουϲι. καὶ πόθεν αὐτῷ τὸ φάρμακον, ἴϲωϲ μὲν ϲυμπεριφέρει τὴν ῥίζαν ὡϲ χρήϲιμον εἰ ἐντύχοι τραυματίᾳ φίλῳ, καὶ μάλιϲτα εἰκὸϲ αὐτὸν νῦν εἰληφέναι, ὅτι ἐπὶ τραυματίαν ἔρχεται. τάχα δὲ ἐκ τοῦ παρακειμένου λειμῶνοϲ τὴν ῥίζαν ἔλα ἔμπειροϲ ὤν. ἴϲωϲ δὲ καὶ θεράπων πεμφθεὶϲ κατὰ τὸ ϲιωπώμενον ἐκόμιϲεν.

    [*](L. f. 251a.)

    ἐζήτηται δὲ καὶ τὸ ὁποία ἦν ὅλωϲ ἡ ῥίζα, ᾗ αὐτὸν κατέπαϲϲε. λέγουϲιν αὐτὴν εἶναι τὴν καλουμένην ἀριϲτολοχίαν, ἣν καὶ ἴϲχαιμον καλοῦϲιν.

    [*](Β f. 159α αd L f. 251a. Lp f. 199b c. l. χερϲὶ δια- τρίψαϲ.)

    847. διὰ τί χερϲὶ καὶ οὐ μᾶλλον λειαντικοῖϲ ὀργάνοιϲ ὅτι οὐκ ἔδει πολλῆϲ λεπτότητοϲ τῷ φαρμάκῳ, τοῦ αἵματοϲ, ὥϲ φηϲι, κελαρύζοντοϲ καὶ ἀποπτύοντοϲ τὸ λεπτὸν καὶ χνοῶδεϲ. τῷ δὲ Μενελάῳ ἐπιπάϲϲει τὸ φάρμακον (Δ 219), βραχείαϲ οὔϲηϲ τῆϲ τοῦ τραύματοϲ φορᾶϲ.

    [*](1 ἐϲτιν om. L 4 ἀξίαν codd.; corr. Vill. 5 καλλιπεῖν L. 6 εἰϲ D 9. 10 τὸ οὐκ ἄν με εἶναι γένοϲ κτλ. L 12 τὸ βελ. ἔδ. B⟩ Lp ϲυνεαγέντοϲ BL) 13 αὐτῷ L 14 μαχαίρᾳ LLp 16 ἀχίλλεια B⟩ L., Lp accentu caret 17 ἐντὸϲ LLp 18 τραύματι L αὐτῷ νῦν Lp 20 θεραπεύων Lp 27 ἐπιτάϲϲει L., τῷ δὲ μελάνῳ ἐπιτάϲϲει Lp)[*](3. 4. Sequitur Aristarchum, A v. 786 (Ariston.).)[*](16 — 21 et 25 —28 in cod. A in unum scholium (v. 846) coaluerunt issden fere verbis usum initio alterius partis quaestionis forma abiecta est. ln fine additur: ἄλλοι δὲ αὐτὴν ἀριστολόχειάν φασθν, ἣν καὶ ἴσχαιμον προσαγορεύουσιν (cf. lin. 23). Cf. Eust. Λ, p. 887, 36 41.)[*](16 —21 L. f. 251a v. 846 (c. 1. ἐπὶ δὲ ῥίζαν βάλε πικρήν): πρὸς δὲ τοὺς ζητοῦντας, πόθεν εἶχε τὴν ῤίζαν Πάτροκλος, ἔστι λέγειν, ὅτι ἤτοι κατὰ τὸ σιωπώμενον μεταπέμπεται αὐτήν· ἡ γὰρ ἀρχαία ἰατρικ βοτανικ ⟨βοτάν cod.⟩ ἦν. ἤτοι εἰκὸς αὐτὸν ὡς ἰατρὸν ἐπιφέρεσθαι πρὸς τὰς ἐπικαίρους χρήσεις. ὅτι ἐκ τοῦ ἐπιφέρεσθαι ἀνείλετο αὐτήν. Id Paris. 2767, A. P. III, p. 245, et schol. min. (huic quidem ea subiuncta, quae lin. 22 — 24 edidimus) brevius Par. 2894, p. 260.)