Anacephalaeosis [Sp.]

Epiphanius

Epiphanius. Epiphanius, Volume 1‑3. Holl, Karl, editor. Leipzig: Hinrich, 1915-1933.

ἔλεγε δὲ τὸν Ἰησοῦν ψυχὴν νοερὰν εἰληφέναι, εἰδότα δὲ τὰ ἄνω [*](V Μ anaceph. 3 μόνον anaceph. 6 f μεμαθητευμένους Μ 7 μὲν + οὖν Y 9 ἐκτίσθησαν M ἐπιτίθησι Job. Dam. (scheinbar besser, aber vgl. S. 243, 7 258, 6) 10 τῆς αὐτῆς ψήφου εἶναι καὶ < V M 13 ἀποταχθέντος Μ Ι ὃς < anaceph. 14 Ι διδάξας anaceph. 15 Καυλακαῦ *] καυλα//καὺκ, 1 Buchstabe ausradiert V καυλαυκαὺκ Μ 17 Γνωστικοὶ + οἱ VM Ι δὲ αὐτῶν] καὶ αὐτοὶ anaceph. 19 Φοβιανίται M 20 ἄλλοις + δὲ anaceph. 21 βορβορίτας Μ 22 οὔτοι — αὐχοῦσιν < anaceph. Ι <τὴν> Βαρβηλὼ τὴν καὶ Βαρβηρὼ Ausgg., Schreibung] τὴν Βαρβελὼ τὴν καὶ Βαρβερὼ Μ τὴν Βαρβελώτην καὶ βαρβαιρὼ Yoorr 25 παρέλθῃ anaceph. 26 ἐκτελέσει anaceph. 27 ἀνώτατον < 28 εἰδό///τα, ο aus ω Ycorr)

236
ἐνταῦθα καταγγέλλειν, καὶ ὡς εἴ τις πράξειεν ὅμοια τῷ Ἰησοῦ, κατ’ αὐτὸν εἶναι.

τὸν δὲ νόμον σὺν τῇ τῶν νεκρῶν ἀναστάσει ἀπαγορεύει, ὡς αἱ ἁπὸ Σίμωνος καὶ δεῦρο αἱρέσεις.