Panarion (Adversus Haereses)
Epiphanius
Epiphanius. Epiphanius, Volume 1-3. Holl, Karl, editor. Leipzig: Hinrichs, 1915-1933.
οἱ δὲ δεξάμενοι τὸν νόμον εἰς τὸ μετατεθῆναι τῆς εἰδωλολατρείας καὶ τὸν ἔνα θεὸν ἐπιγνῶναι ἐσπουδάσθησαν, οἷς οὐ γέγονεν ἐπιμέλειά τις τὸ ἀκριβέστερον ἐπιγνῶναι. σφαλέντες δὲ οἱ τοιοῦτοι καὶ μὴ τηλαυγῶς τὸ πᾶν μέρος τῆς πίστεως καὶ τῆς ἡμετέρας ζωῆς τὸ ἀκρίβασμα κατειληφότες ἠγνόησαν μὲν νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ ἀπι- [*](2f vgl. lib. Jub. 10, 28ff Littmann, dazu Ancoratus c. 113, 7; S. 141, 3ff u. Panarion h. 66, 83 — 6g vgl. ßer de duod. gemmis 97 auch 93; CSEL 3511 S. 770, 10f ünther — 13 f vgl. de mens, ac pond. 23, 1 ff; S. 178, 87 ff Lagarde (Doctr. patr. S. 293, 24f Diekamp) GU M) [*](1 κατῴκουν τὸ] κατοικοῦντο Μ 2 ὄντος M | παιδὸς G M 3 ἁρπάζαντος M 4 δὲ < U M | αὐτῶν] αὐτοῦ G 7 Σομὴρ Μ | Σωμόρων U 7 f τὴν γῆν — < G 11 ἡ1 + δοθεῖσα U vgl. Z. 12 | ἡ2 < u 12 δοθεῖσα < zwischen den einzelnen Namen + καὶ G U 14 βρησὴθ G βηρσὶθ U | ἐλλεσημώθ G ἐλλεσιμώ M | οὐϊκρὰ *] δωικαρά G U M | ἐλλεδδαεβαρίν G U ἐλλεδδαεβαρεῖν M 16 γε < M | τοῦ (vor μονογενοῦς) < G U 18 <τὸ> περὶ < GU 18f συναγωγήν M 19 ἔστιν καταγγελλομένη GU 22 < U | τὸ < G |)