Panarion (Adversus Haereses)
Epiphanius
Epiphanius. Epiphanius, Volume 1-3. Holl, Karl, editor. Leipzig: Hinrichs, 1915-1933.
ὡς καὶ ὁ σωτὴρ ἴφη »λύδατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγείρω αὐτόν« ἢ οἰκοδομῶ αὐτόν, σοφία ὢν καὶ ἐν τοιαύτῃ »φρονήσει« *, ἡς οὐκ ἔστιν« ὑπὸ ἀνθρώπων ἐξεύρεσις‘, ἐν ᾗ ἐξ ἀπόρων τόπων διαχυθέντων ἡμῶν τῶν σωμάτων, τῶν μὲν τέφραν τῶν δὲ ἐν θαλάσσῃ τῶν δὲ ὑπὸ σαρκοβόρων οἰωνῶν τῶν δὲ ὑπὸ θηρίων τῶν δὲ ὑπὸ σκωλήκων φθαρέντων, * φέρει.
[*](1 Psal. 29, 2 — 3 Prov. 24, 42 — 13 Prov. 24, 42 — 19 Job. 2, 19 — 21f vgl. Jes. 40, 28)[*](M U 1 ὁ < U | Σαλομῶν U 2 εἰς τὴν] ἕκτην M | ἐκεῖσε] ἐν Σιὼν M 4 ἔξοδον λέγων — ἀπαλλαγήν hinter ἀγρόν M | φησίν < M 6 vor + τὸν U | τε 1 < M | ἄστυ, λογίοις] ἄστειο λόγοις M 7 κατ᾿ ἀγρὸν M 9 vor ἀδιακρίτως + Μ 10 ἐπειποῦσα κέκληκεν U | τί) * 11 αἰνιττομένη *] αἰνίττεται MU 12 τὸ διὰ — τέλος] διὰ τὴν ταφὴν καὶ τὸ τέλος U | διὰ τῆς ταφῆς ül. 13 σημαίνων Μ 14 ἀνοικοδομήσω M | οὐκ — τὸν οἶκον U 15 οἰκοδομήθη M 16 < M 17 ἢ ἀπὸ ἀπὸ < M (vgl. Ζ. 18) 17 f οἰκοδομουμένῃ . . . ἀνοικοδομουμένῃ (sc. πλάσει) *] οἰκοδομουμένη . . . ἀνοικοδομουμένη MU | ἀλλὰ ἀνοικοδομουμένη U | ἀνοικοδομουμένη + ή ἀπὸ ἀγροῦ οὐκέτι οἰκοδομουμένη M 18 ὑπηνεχθεῖσαν M 20 ἐγερῶ U 21 τοιαύτῃ] τῇ αὐτοῦ U | ♦ etwa > * 23 τῶν δὲ2] τῆς δὲ U 24 θήρων U | etwa τὰ λείψανα συνάγει καὶ ὁλοσχερεῖς ἡμᾶς εἰς παλιγγενεσίαν> * vgl. S. 520, 7f)519