Ancoratus

Epiphanius

Epiphanius. Epiphanius, Volume 1. Holl, Karl, editor. Leipzig: Hinrichs, 1915.

ἐν δὲ τῇ ἀναστάσει οὐχ οὕτως· ὑπὸ θῆξιν γὰρ τὸ ἔργον. σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι«. ὡς ἔδειξεν ὸ κύριος ἐν τῇ σκηνῇ [*](2 vgl. Gen. 49, 20ff — 6 Gen. 50,25 Exod. 13,19 — 10 Exod. 3, 6 — 13 Agraphon, vgl. Resch2 S. 207 — 15 vgl. Num. 17, 1ff — 29 I Kor. 15, 52 L J) [*](1 f ἐκ νεκρῶν u. ἀναστάσεως ἐλπίδα *] ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν u. ßes ἐλπίδα L J 2 Ιακὼβ Klosterm.] Ἰωσὴφ L J 8 <ἐν τῷ> * 12 διδάσκων J 13 ἐν < 14 <ἰδοὺ> *, nach den sonstigen ührungen | πάρει μοι J 15 ὑποδείξει | <καὶ> * | <διὰ> * 17 αὐτοῖς = von sich aus 19 πεταινουσῶν J 20 δὲ> * 26 χρόνοιν . . . ἀνακυλιομένων *] χρόνῳ . . . L J 2 7 f διὰ χρόνου — τελεσιουργεῖται a. R. nachgetragen von erster Hand L)

117
τοῦ μαρτυρίου ὅτι τὰ κάρυα τὰ ἐν τοῖς ζῶσι δένδροις διὰ δεκαδύο μηνῶν ἐγκυμονούμενα έν τῷ ξηρῷ ξύλῳ πυκάζονται καὶ βλαστοὶ γίνονται καὶ ὑΠὸ μίαν νύκτα, οὐ.