Eumenides
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- σέβας εὖ προτίων
- καὶ ξενοτί-
- μους δόμων[*](δόμων Hartung: δωμάτων codd.) ἐπιστροφὰς
- αἰδόμενός τις ἔστω.
- ἑκὼν δ᾽[*](ἑκὼν δ᾽ Wieseler: ἐκ τῶνδ᾽ codd.) ἀνάγκας ἄτερ δίκαιος ὢν
- οὐκ ἄνολβος ἔσται:
- πανώλεθρος <δ᾽[*](δ᾽ add. Pauw)> οὔποτ᾽ ἂν γένοιτο.
- τὸν ἀντίτολμον δέ φαμι παρβάταν[*](παρβάταν Hermann (olim): περαιβάδαν M: παρβάδαν Fl)
- ἄγοντα πολλὰ παντόφυρτ᾽ ἄνευ δίκας[*](ἄγοντα O. Müller: τὰ codd. δίκας Fl V: δίκης M)
- βιαίως ξὺν χρόνῳ καθήσειν
- λαῖφος, ὅταν λάβῃ πόνος
- θραυομένας κεραίας.
- καλεῖ δ᾽ ἀκούοντας οὐδὲν <ἐν[*](ἐν add. Abresch)> μέσᾳ