Eumenides
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- ξυμφέρει
- σωφρονεῖν ὑπὸ στένει.
- τίς δὲ μηδὲν ἐν δέει[*](δέει Auratus: φάει codd.)
- καρδίαν <ἂν[*](ἂν add. Lachmann)> ἀνατρέφων
- ἢ πόλις βροτός θ᾽ ὁμοί-
- ως ἔτ᾽ ἂν σέβοι δίκαν;
Χορός- μήτ᾽ ἀνάρχετον[*](ἀνάρχετον Wieseler: ἄναρκτον M) βίον
- μήτε δεσποτούμενον
- αἰνέσῃς.
- παντὶ[*](παντὶ Pauw: ἅπαντι codd.) μέσῳ τὸ κράτος
- θεὸς ὤπασεν, ἄλλ᾽[*](ἄλλ᾽ Wellauer: ἄλλα codd.)
- ἄλλᾳ[*](ἄλλα G: ἄλλα (ι supra α scr.) M) δ᾽ ἐφορεύει.
- ξύμμετρον δ᾽ ἔπος λέγω,