Eumenides

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. ἀνατροπάς: ὅταν Ἄρης
  2. τιθασὸς[*](τιθασὸς P: πίθασος M) ὢν φίλον[*](φίλον Turnebus: φίλος codd.) ἕλῃ,
  3. ἐπὶ τὸν ὧδ᾽ ἱέμεναι[*](ὧδ᾽ ἱέμεναι E. A. I. Ahrens: ὦ διόμεναι M)
  4. κρατερὸν ὄνθ᾽ ὅμως ἀμαυ-
  5. ροῦμεν[*](ὅμως ἀμαυροῦμεν Weil: ὁμοίως μαυροῦμεν codd.) [ὑφ᾽[*](ὑφ᾽ seclusit Weil)] αἵματος νέου.>
Χορός
  1. σπευδομένα[*](σπευδομένα M, postea mutatum in σπευδόμεναι) δ᾽ ἀφελεῖν