Eumenides
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- ἔξω, κελεύω, τῶνδε δωμάτων τάχος
- χωρεῖτ᾽, ἀπαλλάσσεσθε μαντικῶν μυχῶν,
- μὴ καὶ λαβοῦσα πτηνὸν ἀργηστὴν ὄφιν,
- χρυσηλάτου θώμιγγος ἐξορμώμενον,
- ἀνῇς ὑπ᾽ ἄλγους μέλαν᾽[*](μέλαν᾽] μέλαν M) ἀπ᾽ ἀνθρώπων[*](ἀνθρώπων] ἀνων (signo contractionis supra scr.) M) ἀφρόν,
- ἐμοῦσα θρόμβους οὓς ἀφείλκυσας φόνου.