Eumenides
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- φονολιβῆ[*](φονολιβῆ Arnald: φονολειβῆ codd.) θρόνον
- περὶ πόδα, περὶ κάρα.—
- πάρεστι γᾶς ὀμφαλὸν προσδρακεῖν αἱμάτων
- βλοσυρὸν ἀρόμενον[*](ἀρόμενον Abresch: αἰρούμενον (υ ut videtur partim deleto) M) ἄγος ἔχειν.
Χορός- ἐφεστίῳ δὲ μάντις ὢν[*](μάντις ὢν Schütz: μάντι σῷ M) μιάσματι
- μυχὸν[*](μυχὸν Robortello: μυκὸν M) ἔχρανας[*](ἔχρανας Turnebus: ἔχρανά τ᾽ M) αὐτόσσυτος, αὐτόκλητος,