Eumenides

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. φονολιβῆ[*](φονολιβῆ Arnald: φονολειβῆ codd.) θρόνον
  2. περὶ πόδα, περὶ κάρα.—
  3. πάρεστι γᾶς ὀμφαλὸν προσδρακεῖν αἱμάτων
  4. βλοσυρὸν ἀρόμενον[*](ἀρόμενον Abresch: αἰρούμενον (υ ut videtur partim deleto) M) ἄγος ἔχειν.
Χορός
  1. ἐφεστίῳ δὲ μάντις ὢν[*](μάντις ὢν Schütz: μάντι σῷ M) μιάσματι
  2. μυχὸν[*](μυχὸν Robortello: μυκὸν M) ἔχρανας[*](ἔχρανας Turnebus: ἔχρανά τ᾽ M) αὐτόσσυτος, αὐτόκλητος,