Agamemnon

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. ἀξύστατον ἄλγος ἔπραξε.
Χορός
  1. δαῖμον, ὃς ἐμπίτνεις[*](ἐμπίτνεις Canter: ἐμπίπτεισι codd.) δώμασι καὶ
  2. διφυίοισι[*](διφυίοισι Hermann: διφυεῖσι codd.) Τανταλίδαισιν,[*](τανταλίδεσιν codd.)